Οι πρώτοι έρωτες των παιδιών

Πολύ συχνά, οι πρώτοι έρωτες περνάνε απαρατήρητοι.

Οι περισσότεροι από μας, αν σκαλίσουμε λίγο στις αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια, θα θυμηθούμε ότι με το ένα ή το άλλο αγοράκι ή κοριτσάκι που παίζαμε συχνά, νιώθαμε «κάτι παραπάνω» από αυτό που νιώθαμε για τους άλλους φίλους και φίλες. Μια μεγαλύτερη επιθυμία να είμαστε μαζί, μια μεγαλύτερη χαρά όταν τον ή την βλέπαμε, έναν ιδιαίτερο σύνδεσμο, ένα «γαργάλημα» ίσως, που ξεπερνούσε την απλή χαρά του παιχνιδιού.

Κάπως έτσι μοιάζει το «παιδικό» αυτό συναίσθημα, το οποίο συνήθως, καθώς μεγαλώνουμε έχουμε την τάση να το υποτιμάμε και να το γελοιοποιούμε λίγο, ίσως και από μια αίσθηση αμηχανίας ή ντροπής μπροστά στην ένταση που καμιά φορά θυμόμαστε ότι είχε.

Κι όμως, ανάλογα με την στενότητα της σχέσης, τις συνθήκες μέσα στις οποίες συναντώνται τα δυο παιδιά, την ηλικία και κυρίως την ιδιοσυγκρασία του κάθε παιδιού ο σύνδεσμος αυτός μπορεί να εξελιχθεί, έστω και για ένα μικρό χρονικό διάστημα σε μια σχέση γεμάτη πραγματική αγάπη, αφοσίωση, τρυφερότητα.

Το κλισέ της «αγνής παιδικής αγάπης» δεν είναι και τόσο κλισέ, αν σκεφτεί κανείς πως η έλξη που αισθάνεται ένα παιδί για ένα παιδί του άλλου φύλου, τουλάχιστον μέχρι την εφηβεία, δεν έχει κίνητρα και σκοπιμότητες όπως τη σεξουαλικότητα, τη «δημιουργία σχέσης» και τις πιο πολλές φορές, ούτε καν την διεκδίκηση μιας επιβεβαίωσης από τον άλλο.

Αν τελικά αυτό καταγράφεται μέσα του σαν «έρωτας» αυτό είναι αποτέλεσμα ίσως παραγόντων όπως το πόσο ανοιχτά μιλάει (και αν μιλάει) και συμπεριφέρεται η οικογένεια σχετικά με τον έρωτα ή γενικότερα με τα συναισθήματα, το πόσο «προμοτάρεται» από τους γονείς μια τέτοια συμπεριφορά και βέβαια το πόση ευκολία έχει το ίδιο το παιδί να αναγνωρίζει και να εκφράζει τα συναισθήματα του.

Πολλές φορές όλη η ιστορία του ερωτευμένου παιδιού (ιδιαίτερα μάλιστα του αγοριού) είναι ένα κατασκεύασμα των γονιών που θέλοντας να τονίσουν το πόσο «αντράκι» είναι το αγόρι αλλά και πόσο «θηλυκό» το κορίτσι τους, φτιάχνουν ένα ολόκληρο ρομάντζο κάθε φορά που το βλέπουν να παίζει ή να δείχνει συμπάθεια σε ένα παιδί του άλλου φύλου.

Ένα συμπαθέστατο τραγουδάκι του Νίκου Κυπουργού με τίτλο «το καρδερινάκι» εκφράζει στο ρεφρέν όλο το καμάρι των γονιών (καρδερίνων, σημειωτέον!) για το παιδί που έχει τα συμπτώματα του ερωτευμένου: «…Μήτσο το παιδί αγαπάει, πήρε απ’ το μπαμπά του κι είναι ερωτιάρης!».

Η τάση αυτή των γονιών συνήθως είναι άκακη, συχνά όμως είναι κόσμους μακριά από τα πραγματικά συναισθήματα του παιδιού και σηματοδοτεί φυσικά τις προσδοκίες τους απ’ αυτό: περιμένουμε να είσαι «ενεργός» στον ερωτικό τομέα, αυτό είναι κάτι που θαυμάζεται και επιβραβεύεται στην οικογένεια μας.

Σε ένα παιδί ντροπαλό, εσωστρεφές ή πολύ απλά αργό στην ανάπτυξη και την έκφραση του ερωτικού ενδιαφέροντος, μπορεί η πίεση αυτής της προσδοκίας στην οποία δεν αισθάνεται ικανό να αντεπεξέλθει, να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: να το κάνει ακόμη πιο ντροπαλό και κλειστό.

Ας επιστρέψουμε όμως στις περιπτώσεις στις οποίες πράγματι, τα ίδια τα παιδιά δηλώνουν, εκφράζουν, δείχνουν ολοφάνερα και αδιαμφισβήτητα ότι νιώθουν ερωτευμένα. Τι είδους έρωτας είναι αυτός, πόσο σοβαρός είναι και τι σημαίνει για ένα παιδί;

Φυσικά τα συναισθήματα και η σημασία τους διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία στην οποία βρίσκεται ένα παιδί.

Και παρόλο που φαίνεται κάπως αστείο, υπάρχουν παιδιά που δηλώνουν ερωτευμένα, ήδη στα 5 και 6 τους χρόνια! Πολύ περισσότερο συμβαίνει αυτό από την προεφηβεία (10, 11, 12 ετών) και μετά βέβαια όλο και πιο πολύ καθώς προχωρά η εφηβεία. Μπορούμε να πούμε ότι η «ερωτική ζωή» των παιδιών γίνεται πιο πλούσια και πιο δραστήρια σε ορισμένες περιόδους.

Όπως λέει ο Ιταλός ψυχολόγος F. Alberoni, ερωτευόμαστε όταν βρισκόμαστε σε μία διαδικασία βαθιάς αλλαγής. Σε στιγμές κρίσης, αλλαγής, μεταμόρφωσης ψάχνουμε κάποιον που θα μας βοηθήσει να βρούμε το δρόμο μας, έναν «οδηγό» χάρη στον οποίο θα μπορέσουμε να γίνουμε αυτό το «καινούργιο ον» προς το οποίο κατευθυνόμαστε.

Είναι μια εσωτερική (και συνήθως υποσυνείδητη) παρόρμηση που μας ωθεί να αναζητήσουμε την «αδερφή ψυχή» και να «αναγεννηθούμε» μαζί της και με τη βοήθεια της.

Στα παιδιά η αλλαγή και η αναγέννηση αυτή έχει να κάνει με την σταδιακή αποσύνδεση από τη μητέρα και την οικογένεια. Το πρώτο σημαντικό στάδιο της αποσύνδεσης αυτής είναι η έναρξη του σχολείου (γύρω στα 6), όταν το παιδί αποκτά πια τον εντελώς δικό του κοινωνικό περίγυρο, μια ομάδα συνομηλίκων με τους οποίους μοιράζεται τη μέρα του, το παιχνίδι του, τα ενδιαφέροντα και τα μυστικά του.

Αυτή είναι μια ηλικία κατά την οποία αρκετά παιδιά δηλώνουν για πρώτη φορά ερωτευμένα και το εννοούν. Αγαπούν με ένταση και αφοσίωση, έστω κι αν αυτό δεν κρατήσει για πολύ.

Το επόμενο κρίσιμο στάδιο είναι η προεφηβεία (10, 11, 12) η οποία θεωρείται μεν σεξουαλικά λανθάνουσα περίοδος αλλά αυτό μάλλον σε αντιδιαστολή με την επερχόμενη σεξουαλική «έκρηξη» της εφηβείας.

Κατά το στάδιο αυτό, αν και το σώμα ακόμη αναπτύσσεται με αργό ρυθμό, τα παιδιά αρχίζουν να δείχνουν έντονο ενδιαφέρον προς το άλλο φύλο κι έχουν την ανάγκη να τοποθετηθούν απέναντι σ΄ αυτό. Το ενδιαφέρον τους συχνά εκφράζεται με αρνητικό τρόπο, με κρίσεις, συγκρίσεις και συγκρούσεις, κόντρες και κοροϊδίες αλλά και με προσέγγιση και σε αρκετά παιδιά με τους πρώτους ρομαντικούς έρωτες.

Πρόκειται για μια νέα περίοδο αποδέσμευσης από τον στενό κόσμο της πρώτης παιδικής ηλικίας και της οικογένειας. Τα παιδιά αρχίζουν να προσανατολίζονται προς πρότυπα εκτός οικογένειας, αποκτούν τις δικές τους προτιμήσεις, στους φίλους, τη μουσική, τα ρούχα, το φαγητό, τους ήρωες. Είναι η περίοδος στην οποία σύμφωνα με τον Piaget αποκρυσταλλώνονται οι πρώτες δικές τους ηθικές και αισθητικές αξίες, η άποψη για το δίκαιο και το άδικο, το καλό και το κακό, το ωραίο και το άσχημο.

Μια καινούργια, πιο αυτόνομη προσωπικότητα αρχίζει να διαφαίνεται καθώς τα παιδιά κάνουν άλλο ένα βήμα προς τον κόσμο έξω από την οικογένεια. Ο έρωτας αποτελεί για πολλά παιδιά μέρος αυτής της νέας «περιπέτειας», το αγαπημένο πρόσωπο γίνεται –έστω στην φαντασία τους- σύμμαχος και σύντροφος τους.

Η εφηβεία είναι το τελευταίο, πιο μακροχρόνιο και πιο ριζοσπαστικό από όλα τα στάδια της μέχρι τότε ανάπτυξης του παιδιού. Το σώμα δεν αστειεύεται: ελευθερώνονται εκρηκτικά κοκτέιλ σεξουαλικών ορμονών, τα γεννητικά όργανα αναπτύσσονται, όλα επιβάλλουν στον έφηβο την αναζήτηση συγκεκριμένης σεξουαλικής ταυτότητας.

Μία περίοδος επιθυμίας, πόθου, και ερωτικών φαντασιώσεων ξεκινάει κατά την οποία ζητείται αντικείμενο. Οι έφηβοι ερωτεύονται, κρυφά ή φανερά, άστατα ή με πάθος, πολλές φορές ανεξαρτήτως φύλου. Η επιθυμία είναι πολύ έντονη για να κάνει διακρίσεις.

Παρόλα αυτά ο έρωτας στην εφηβεία, αν και εκδηλώνεται με πάθος είναι λιγότερο αφοσιωμένος από αυτόν των μικρότερων παιδιών. Οι έφηβοι συνήθως δεν είναι ιδιαίτερα ανεκτικοί, χάνουν την όρεξη τους κι απογοητεύονται εύκολα. Προέχει η αναζήτηση του εαυτού, και στο πρόσωπο του ανθρώπου που ερωτεύονται ψάχνουν περισσότερο να δουν τις φαντασιώσεις τους να αντικατοπτρίζονται, παρά τον άλλο.

Τους γονείς οι πρώτοι έρωτες των παιδιών τους τους βρίσκουν πάντα απροετοίμαστους. Δεν ξέρουν αν πρέπει να γελάσουν ή να ανησυχήσουν, να ασχοληθούν ή να αδιαφορήσουν. Μπορεί να αισθανθούν ακόμα και μια ανεπαίσθητη ζήλια όταν κάποιος άλλος, έστω κι αν αυτός είναι μόλις 10 ετών μοιάζει σχεδόν να μονοπωλεί το ενδιαφέρον και την αφοσίωση του παιδιού τους.

Το παιδί μεγαλώνει και αυτονομείται, μια διαδικασία υγιής και καθησυχαστική που όμως απαιτεί απ’ τους γονείς να αποδεσμευτούν κι αυτοί, κάτι που δεν είναι πάντα εύκολο, είναι όμως αναγκαίο.

Όσο για τα ίδια τα παιδιά, συνήθως μας δείχνουν αυτά μέχρι ποιο σημείο χρειάζονται ή επιθυμούν την παρέμβαση μας. Όταν μας ανακοινώνουν ότι είναι ερωτευμένα δεν θέλουν τίποτε άλλο απ’ το να μας δηλώσουν αυτή την κατάσταση που τα συνεπαίρνει ή απλά τα απασχολεί. Τα παιδιά είναι πολύ ευαίσθητα σε ό,τι αφορά τους έρωτες τους και δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος να γελάσουμε, να κοροϊδέψουμε ή να διαλαλήσουμε σε όλους τους γνωστούς ότι είναι ερωτευμένα.

Όταν μας ρωτάνε ή ζητούν την συμπαράσταση μας και απλές και σύντομες εξηγήσεις στις απορίες τους γιατί αυτό που θέλουν κυρίως είναι να καταλάβουμε αυτό που αισθάνονται και ίσως να τους διηγηθούμε κάτι απ’ τη δική μας εμπειρία.

Στην εφηβεία τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά γιατί εκεί τουλάχιστον χρειάζεται, το αργότερο όταν κάνουν ένα δεσμό να τους μιλήσουμε για το σεξ, για τα όρια που θέλουμε να βάλουμε σ’ αυτό το θέμα και τους τρόπους να προστατέψουν τον εαυτό τους, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά.

Πέρα από το σεξ όμως, και εδώ χρειάζονται από μας, πολύ διακριτικά τώρα, να δείξουμε ότι καταλαβαίνουμε αυτό που τους συμβαίνει. Όσο για τις ερωτικές απογοητεύσεις, μπορεί να είναι οδυνηρές, τόσο για τα ίδια τα παιδιά όσο πολλές φορές και για τους γονείς, είναι όμως κι αυτές ένα απαραίτητο στάδιο ωρίμανσης από το οποίο πρέπει να περάσουν και όσο κι αν θα το θέλαμε δεν μπορούμε να τους στερήσουμε.

Το ερωτικό ενδιαφέρον, η αναζήτηση ταυτότητας του φύλου ενός παιδιού και η εξερεύνηση των διαφορών αλλά και των κοινών σημείων με το άλλο φύλο, η ανακάλυψη της σεξουαλικότητας, είναι πράγματα τα οποία όλα τα παιδιά βιώνουν και αποτελούν σημαντικότατα στάδια της ψυχικής και σωματικής τους ανάπτυξης.

Δεν είναι όμως αυτονόητο ότι κάθε παιδί περνά τα στάδια αυτά εκδηλώνοντας ανοιχτά ερωτικό ενδιαφέρον για κάποιο άλλο παιδί. Το ότι πολλά παιδιά φτάνουν μέχρι και την ύστερη εφηβεία για να εκφράσουν ερωτικά συναισθήματα απέναντι σε ένα άλλο πρόσωπο δε σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν έχουν ωριμάσει ερωτικά ή ότι δεν ενδιαφέρονται για τον έρωτα αλλά έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία τους, με το ότι μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο εξωστρεφή, εκδηλωτικά ή «άνετα».

πηγή: mypsychologist.gr
Αξιολογήστε το άρθρο