Οι φανταστικοί φίλοι των μικρών παιδιών. Η ταυτότητα και η σημασία τους

 imaginary-friend

Η Ελένη, 4 χρόνων, κάθεται στο πάτωμα και παίζει με τις κούκλες της. Τις χτενίζει, τις κουρεύει, τις ντύνει, τις βάζει να κάνουν δουλειές, να πηγαίνουν βόλτα, να συζητάνε, να τσακώνονται. Ο Μιχάλης, συνομήλικος της περίπου, αντίστοιχα παίζει με τα αυτοκινητάκια του. Φτιάχνει ένα ολόκληρο εργοτάξιο. Και οι δύο μαζί ασχολούνται με τα παιχνίδια τους, παίζουν, φωνάζουν, γελάνε, κλαίνε, τσακώνονται. Εικόνες από μια καθημερινότητα στη ζωή ενός παιδιού ή μιας παρέας παιδιών…

γράφει ο Γιάννης Ξηντάρας, Ψυχολόγος (www.xidaras.gr)

Πιο εκεί ένα άλλο παιδί, ο Μάριος, της ίδιας ηλικίας, παίζει κι αυτό αλλά φαίνεται να μιλάει κιόλας σε κάποιον. Όταν το ρωτάμε «σε ποιόν μιλάς;» μας απαντά με αφοπλιστική απλότητα «στον Χρήστο». «Ποιόν Χρήστο λές;», «στο φίλο μου …». Είναι ο φανταστικός του φίλος. Ο «Χρήστος» είναι γέννημα της παιδικής φαντασίας του Μάριου. Συνήθως είναι και αυτός συνομήλικος, έχει πάνω-κάτω τα ίδια ενδιαφέροντα και σίγουρα είναι πολύ βολικός στη συνεννόηση και στην κατανόηση του Μάριου. Τα βρίσκουν μια χαρά…

Είναι ανησυχητικό όλο αυτό; Τι συμβαίνει; Τι σημαίνει αυτό για το παιδί; Όπως κάθε συμπεριφορά έτσι κι αυτή δεν μπορούμε να τη δούμε ασύνδετη, αναπόσπαστη από τη συνολική εικόνα ενός παιδιού. Όταν ένα παιδί, σε γενικές γραμμές συμπεριφέρεται «φυσιολογικά», αναμενόμενα, όπως θα περίμενε κανείς από ένα παιδί της ηλικίας του, τότε η ύπαρξη ενός φανταστικού φίλου δεν σημαίνει τίποτα το ανησυχητικό.

Αντιθέτως. Είναι μάλλον δηλωτικό της αυξημένης φαντασίας ενός παιδιού, της διάθεσής του να εμπλουτίσει το παιχνίδι του κάνοντας το περισσότερο διαδραστικό , άρα και περισσότερο αληθινό.

Γι’ αυτό συνήθως την ύπαρξη φανταστικού φίλου δεν θα τη δούμε σε παρέες παιδιών, ούτε στο παιχνίδι δυο αδελφών, ιδίως εάν είναι του ιδίου φύλλου, γιατί πολύ απλά τότε, το κάθε παιδί καλύπτεται από την παρουσία του άλλου – αντίθετα σε μοναχοπαίδια ή σε αδέλφια με διαφορά ηλικίας ή φύλλου, που δεν πολύ–παίζουν αναμεταξύ τους είναι πιο συχνή μια τέτοια συμπεριφορά.

Η μόνη περίπτωση που ίσως χρειαστεί να εξετάσουμε λίγο περισσότερο το «γιατί» στην ύπαρξη ενός φανταστικού φίλου, είναι όταν το παιδί (που τον δημιουργεί) είναι ένα παιδί με εμφανή προβλήματα προσαρμογής στο σπίτι, στο σχολείο ή στις παρέες γενικότερα. Όταν ένα παιδί απομονώνεται, μόνο στη διάσταση του φανταστικού, αποκλείοντας τις υπόλοιπες εκφάνσεις της πραγματικής ζωής. Όταν εντέλει αναγνωρίσουμε σε αυτό μια συμπεριφορά που συνολικά θα την λέγαμε «μη λειτουργική». Όμως τότε έτσι κι αλλιώς καλό θα ήταν να προβληματιστούμε για το παιδί αυτό – κι όχι μόνο για την ύπαρξη ενός φανταστικού φίλου στη ζωή του…

Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να καταλήξουμε ότι οι φίλοι και οι φιλίες, πραγματικές ή φανταστικές, κάνουν καλό. Μας εντάσσουν ομαλότερα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που περιλαμβάνει εκτός από το Εγώ και το Εμείς, τους Άλλους. Όσο πιο «εκπαιδευμένοι» είμαστε σε αυτήν την πραγματικότητα τόσο πιο ομαλά αναμένεται να είναι και η ζωή μας μεγαλώνοντας…